Κληρονομικό Δίκαιο


Πρακτικός Οδηγός

Η Κληρονομική Διαδοχή:

 

Με τον θάνατο του φυσικού προσώπου ή αντίστοιχα με την αιτία θανάτου λύση του νομικού προσώπου τόσο τα δικαιώματα όσο και οι υποχρεώσεις αντίστοιχα μεταβιβάζονται ως σύνολο εννόμων σχέσεων στους κληρονόμους. Οι κανόνες βάσει των οποίων ρυθμίζεται η κληρονομική διαδοχή καθορίζονται από το εκάστοτε εφαρμοστέο δίκαιο.

 

1. Εφαρμοστέο δίκαιο 

 

Σύμφωνα με τα όσα ισχύουν στο Ελληνικό Δίκαιο, το εφαρμοστέο δίκαιο για τις κληρονομικές σχέσεις είναι αυτό της τελευταίας ιθαγένειας που είχε ο κληρονομούμενος όταν απεβίωσε. Σε περίπτωση που ο θανών είχε ελληνική αλλά και ιθαγένεια άλλης χώρας τότε εφαρμόζεται το ελληνικό δίκαιο για το σύνολο της κληρονομιάς αφού κατά το ελληνικό δίκαιο το σύνολο των κληρονομικών σχέσεων υπόκειται σε ένα μόνο δίκαιο χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ κινητής και ακίνητης περιουσίας.

Αυτό σημαίνει ότι όταν για παράδειγμα ένας Γερμανός ή Άγγλος υπήκοος κληρονομεί από έναν Έλληνα υπήκοο η περιουσία διανέμεται στους κληρονόμους βάσει όσων ορίζει το ελληνικό κληρονομικό δίκαιο. Αντίστοιχα εάν ο κληρονομούμενος είναι Άγγλος υπήκοος ισχύουν όσα ορίζει το αγγλικό δίκαιο ακόμα και όταν η περιουσία που κληρονομείται βρίσκεται στην Ελλάδα. Αντίθετα η φορολόγηση της κληρονομιάς και ειδικότερα η φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας γίνεται συμφώνα με τα όσα ορίζει το φορολογικό δίκαιο της χώρας στην οποία βρίσκεται το ακίνητο.

Προς διευκόλυνση της κληρονομικής διαδοχής σε διασυνοριακές κληρονομικές υποθέσεις σε χώρες της ευρωπαϊκής ένωσης θεσπίστηκε ο υπ΄ αριθμ. 650/2012 Κανονισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο οποίος όμως θα ισχύσει για τη κληρονομική διαδοχή προσώπων των οποίων ο θάνατος επέρχεται κατά ή μετά την 17η Αυγούστου 2015.

 

2. Ποιος γίνεται κληρονόμος όταν δεν υπάρχει διαθήκη (εξ αδιαθέτου διαδοχή):

 

Προκειμένου να κληθεί κάποιος κληρονόμος λαμβάνονται βάσει ελληνικού κληρονομικού δικαίου τρία στοιχεία υπ΄ όψη: η συγγένεια, ο γάμος και η ιθαγένεια.

 

- Όταν ζουν τα τέκνα/εγγονοί και ο/η σύζυγος του θανόντος: Η/Ο σύζυγος δικαιούται

το ¼ της κληρονομιάς ενώ το υπόλοιπο ¾ το μοιράζονται τα παιδιά κατά

ίσα μέρη. Σε περίπτωση που δεν ζει κάποιο από τα τέκνα τότε το ποσοστό

του θα δοθεί δικό του παιδί (εγγόνι του θανόντος).  

 

- Όταν δεν ζουν τέκνα/εγγονοί αλλά γονείς, αδελφοί και σύζυγος του θανόντος:

Ο/Η σύζυγος δικαιούται το ½ της κληρονομιάς ενώ οι γονείς και οι αδελφοί

του θανόντος μοιράζονται το υπόλοιπο ½ της κληρονομιάς.

 

- Όταν ζουν μόνο οι παππούδες και οι γιαγιάδες του θανόντος και ο/η σύζυγος

ο/η σύζυγος δικαιούται το ½ της κληρονομιάς ενώ οι επιζώντες παππούδες/γιαγιάδες δικαιούνται το υπόλοιπο ½.

 

- Όταν δεν ζει κανένας συγγενής αλλά μόνο ο σύζυγος : Ο σύζυγος κληρονομεί το

σύνολο της κληρονομιάς.

 

- Όταν δεν ζει κανένας συγγενής και δεν υπάρχει σύζυγος: Κληρονόμος όλης της

περιουσίας του θανόντος γίνεται το Δημόσιο.

 

Στην περίπτωση που δεν υπάρχει διαθήκη κληρονομούν οι στενότεροι συγγενείς και τηρείται η αρχή της προτεραιότητας.

 

3. Ειδικότερα ζητήματα για τον/την σύζυγο:

 

Προκειμένου να έχει ο/η σύζυγος δικαίωμα να κληρονομήσει τα παραπάνω ποσοστά, βασική προϋπόθεση είναι η ύπαρξη γάμου μεταξύ του αποθανόντος και του επιζώντος συζύγου. Ο/Η σύζυγος δεν μπορεί να κληρονομήσει εάν ο γάμος έχει λυθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση διαζυγίου. Επιπλέον ο σύζυγος δεν έχει κληρονομικό δικαίωμα εάν πριν το θάνατο του διαθέτη έχει ασκηθεί αγωγή διαζυγίου κατά του συζύγου για βάσιμο λόγο.

 

Ο σύζυγος πέραν του ποσοστού που δικαιούται επί της κληρονομιάς, δικαιούται να λάβει επιπλέον:

Το εξαίρετο: Στο εξαίρετο περιλαμβάνονται τα έπιπλα, σκεύη, ενδύματα και οτιδήποτε εμπίπτει στα οικιακά αντικείμενα που χρησιμοποιούσαν από κοινού οι σύζυγοι για όσο διάστημα συμβίωναν.

 

Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα:Ο νόμος αναγνωρίζει ότι κατά τη διάρκεια του γάμου, οι σύζυγοι συμβάλλουν για την επαύξηση της περιουσίας της οικογένειας. Γι΄ αυτό προβλέπεται ότι σύζυγος δικαιούται κατά σταθερό ποσοστό 1/3 της αξίας των αποκτημάτων του θανόντος συζύγου.